γράφει ο Ιωάννης Αλιακιόζογλου

Τι είναι η κολποσκόπηση;

Η κολποσκόπηση είναι μία διαγνωστική εξέταση, ανώδυνη και αναίμακτη, κατά την οποία δίνεται η δυνατότητα στον γυναικολόγο να εξετάσει λεπτομερώς τον τράχηλο και τον κόλπο της γυναίκας, με τη βοήθεια ενός οργάνου, που καλείται κολποσκόπιο. Το κολποσκόπιο αποτελείται ουσιαστικά από ένα σύστημα μεγεθυντικών φακών υψηλής ευκρίνειας και μία φωτεινή πηγή. Λόγω της ικανότητάς του να δίνει μεγεθυμένη εικόνα, προσφέρει τη δυνατότητα λεπτομερούς εξέτασης του τραχήλου της μήτρας, του κόλπου και των έξω γεννητικών οργάνων της γυναίκας. Το κολποσκόπιο δεν τοποθετείται μέσα στον κόλπο, αλλά σε απόσταση από αυτόν.

Στα πλαίσια της εξέτασης αυτής και εφόσον αναγνωριστούν παθολογικές περιοχές, λαμβάνονται βιοψίες, οι οποίες αποστέλλονται προς ιστολογική εξέταση. Η βιοψία προσφέρει ακριβή διάγνωση αλλά πρέπει να ληφθεί από το σωστό σημείο. Για να πάρουμε βιοψία από τη σωστή περιοχή πρέπει να γίνει κολποσκόπηση. Ο γιατρός που θα κάνει την κολποσκόπηση πρέπει να είναι εξειδικευμένος. Εάν δεν είναι, μπορεί να πάρει βιοψία από λάθος περιοχή και τα αποτελέσματα να είναι παραπλανητικά. H συνήθης ένδειξη για κολποσκόπηση είναι η ανεύρεση παθολογίας στο τεστ Παπανικολάου.

Πώς γίνεται η εξέταση;

Η γυναίκα κάθεται στη γυναικολογική καρέκλα, όπως για τη συνήθη γυναικολογική εξέταση. Ακολούθως τοποθετείται ένας κολποδιαστολέας, όπως για τη λήψη του τεστ Παπ και αποκαλύπτεται ο τράχηλος. Εν συνεχεία με έναν βαμβακοφόρο στυλεό εμποτισμένο με διάλυμα οξικού οξέος ή/και διαλύματος Lugol διαβρέχεται η προς εξέταση περιοχή. Με την επίδραση του οξικού οξέος οι τυχόν παθολογικές περιοχές μετά από λίγα δευτερόλεπτα έως λεπτά αποκτούν μία λευκάζουσα όψη, λόγω της κροκίδωσης των πρωτεϊνών, που παρουσιάζονται σε μεγαλύτερη συγκέντρωση στα κύτταρα των περιοχών αυτών. Αντίθετα με την επίδραση του Lugol οι περιοχές με βλάβη εμφανίζονται λιγότερο ερυθρές, λόγω της μικρότερης περιεκτικότητάς τους σε γλυκογόνο.

Αυτές οι εικόνες, σε συνδυασμό και με κάποια άλλα χαρακτηριστικά ευρήματα (μωσαικισμό, διάστιξη, άτυπα αγγεία) αξιολογούνται από τον γιατρό ο οποίος θα αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε λήψη βιοψιών (γίνεται επί τόπου χωρίς αναισθησία) ή θα ακολουθήσει συντηρητική αγωγή. Οι παθολογικές περιοχές του τραχήλου ονομάζονται δυσπλασίες και διακρίνονται σε χαμηλού και σοβαρού βαθμού. Οι περισσότερες χαμηλού βαθμού δυσπλασίες υποχωρούν από μόνες τους. Οι σοβαρού βαθμού δυσπλασίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται επεμβατικά.

Υπάρχουν κίνδυνοι και επιπλοκές από την εξέταση αυτή;

Δεν υπάρχουν επιπλοκές που να σχετίζονται με την κολποσκοπική εξέταση. Οι επιπλοκές που σχετίζονται με τη λήψη βιοψιών είναι σπάνιες. Η αιμορραγία είναι μία απ’ αυτές, η οποία ωστόσο είναι σπάνια και αντιμετωπίζεται εύκολα από τον γυναικολόγο. Άλλες σπανιότερες επιπλοκές είναι ο πυρετός, η φλεγμονή, ο κοιλιακός πόνος. Σε κάθε τέτοια περίπτωση πάντως πρέπει να υπάρξει επικοινωνία με τον γυναικολόγο, προκειμένου να υπάρχει σωστή αντιμετώπιση.

Τι ακολουθεί μετά την εξέταση;

Ο γιατρός θα πρέπει να ενημερώσει αναλυτικά την ασθενή για τα ευρήματα κατά την εξέταση. Εάν γίνει λήψη βιοψιών η γυναίκα πρέπει να ενημερωθεί ότι θα έχει έκκριση καφεοειδών υγρών και ίσως και ελάχιστου αίματος από τον κόλπο για διάστημα 2-3 ημερών και να αποφύγει σεξουαλικές επαφές και χρήση tampon για τις επόμενες 2 εβδομάδες. Μόλις υπάρξουν τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης, θα πρέπει να γίνει νέα συνάντηση με τον γυναικολόγο για ενημέρωση και προγραμματισμό της πιθανά απαιτούμενης αντιμετώπισης.

Υπολόγισε την ημερομηνία τοκετού

Δώστε την ημερομηνία της πρώτης ημέρας της τελευταίας σας περιόδου

Υπολόγισε τις γόνιμες μέρες

Δώστε την ημερομηνία της πρώτης ημέρας της τελευταίας σας περιόδου

Βρείτε μας στον χάρτη